έργάτης

έργάτης
ο , -ισσα [-ις (-ιδος)] и έργάτρια η
1) рабо|чий, -тница;

ειδικευμένος έργάτης — квалифицированный рабочий;

2) работни|к, -ца; тружени|к, -ца;

έργάτες τύπου — работники печати;

οι έργάτες τού πνεύματος — а) работники умственного труда; — б) работники культуры;

έργάτης γης — батрак;

έργάτ ημερομίσθιος — подёнщик;

έργάται ( — или έργάτες) θαλάσσης — моряки;

3) перен. виновник;

έργάτης της δυστυχίας του — он сам виновник своего несчастья;

έργάτης της ανομίας — виновник беззакония;

4) мор. брашпиль

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "έργάτης" в других словарях:

  • ἐργάτης — workman masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εργάτης — Εκείνος που εργάζεται κυρίως με τα χέρια του και ζει από την αμοιβή αυτής της εργασίας. Οι ε. είναι βασική παραγωγική δύναμη της σύγχρονης κοινωνίας και διακρίνονται σε βοηθητικούς (αυτοί που στην επιχείρηση εξυπηρετούν την κύρια παραγωγή), σε ε …   Dictionary of Greek

  • εργάτης — ο θηλ. εργάτρια 1. αυτός που εργάζεται σωματικά. 2. αυτός που εργάζεται χειρωνακτικά με το μεροκάματο: Στο εργοστάσιο απασχολούνται πολλοί εργάτες. 3. ειδικά αυτός που εργάζεται σε εργοστάσιο. 4. αυτός που γενικά εργάζεται σε αντίθεση προς τον… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κἀργάτης — ἐργάτης , ἐργάτης workman masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὑργάτης — ἐργάτης , ἐργάτης workman masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργάται — ἐργάτης workman masc nom/voc pl ἐργάτᾱͅ , ἐργάτης workman masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργατῶν — ἐργάτης workman masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργάταιν — ἐργάτης workman masc gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργάταις — ἐργάτης workman masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργάτην — ἐργάτης workman masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργάτου — ἐργάτης workman masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»